Σμολένσκ

Σμολένσκ
το г. Смоленск

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "Σμολένσκ" в других словарях:

  • Σμολένσκ — Πόλη της Ρωσίας, πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας, 370 χλμ. ΝΔ της Μόσχας, στον ποταμό Δνείπερο (341 000 κάτ.). Η πόλη είναι αξιόλογο ποτάμιο λιμάνι και έχει αναπτυγμένη βιομηχανία τροφίμων, μηχανών, ηλεκτρικών συσκευών, υφασμάτων, χημικών… …   Dictionary of Greek

  • Ρωσία — H Pωσική Oμοσπονδία αποτελεί το μεγαλύτερο σε έκταση κράτος της γης. Tα σύνορά της ξεκινούν από την Eυρώπη, καλύπτουν όλη την Aσία και φτάνουν στην Άπω Aνατολή. Bόρεια και ανατολικά βρέχεται από τον Aρκτικό και τον Eιρηνικό Ωκεανό και στα δυτικά… …   Dictionary of Greek

  • Δνείπερος — (ρωσ. Dnepr, ουκραν. Dnipro). Ποταμός (2.201 χλμ.) της ανατολικής Ευρώπης, ο τέταρτος σε μήκος στην Ευρώπη μετά τον Βόλγα, τον Δούναβη και τον Ουράλη και ο τρίτος από πλευράς λεκάνης απορροής (504.000 τ. χλμ.). Πηγάζει από το οροπέδιο Βαλντάι της …   Dictionary of Greek

  • Ολέγκ — Όνομα τριών Ρώσων πριγκίπων. 1. Ο Προφήτης (9ος 10ος αι.). Συμφωνα με πληροφορίες που υπάρχουν σε διάφορα χρονικά, ήταν συγγενής του περίφημου Ριούρικ, που μετά τον θάνατό του έγινε πρίγκιπας του Νόβγκοροντ. Το 882 εκστράτευσε εναντίον της χώρας… …   Dictionary of Greek

  • κατίν — (Katyn). Χωριό της Ρωσίας, Δ του Σμολένσκ. Έγινε διεθνώς γνωστό από το γειτονικό δάσος, όπου, κατά τον B’ Παγκόσμιο πόλεμο, οι Γερμανοί ανακοίνωσαν ότι ανακάλυψαν οκτώ ομαδικούς τάφους με τα πτώματα 4.500 Πολωνών αξιωματικών, επιρρίπτοντας την… …   Dictionary of Greek

  • Γαλλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γαλλίας Έκταση: 547.030 τ.χλμ Πληθυσμός: 58.518.148 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα: Παρίσι (2.125.246 κάτ. το 2000)Κράτος της δυτικής Ευρώπης. Συνορεύει στα ΝΑ με την Ισπανία και την Ανδόρα, στα Β με το Βέλγιο και το… …   Dictionary of Greek

  • Γκαγκάριν, Γιούρι Αλεξέγεβιτς — (Yury Alekseyevich Gagarin, Γκζατσκ1934 – 1968). Σοβιετικός κοσμοναύτης. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που πραγματοποίησε διαστημική πτήση (1961). Σπούδασε αρχικά τεχνικός μεταλλουργίας, ενώ παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα στην αεροπορική λέσχη του… …   Dictionary of Greek

  • Γκλίνκα, Κονσταντίν Ντιμιτρίεβιτς — (Constantin Dimitryevich Glinka, 1867 – 1927). Ρώσος γεωλόγος. Αποφοίτησε το 1889 από τη σχολή φυσικής και μαθηματικών του πανεπιστημίου της Πετρούπολης, όπου εργάστηκε στη συνέχεια ως βοηθός στο τμήμα ορυκτολογίας, στο οποίο ήταν διευθυντής ο… …   Dictionary of Greek

  • Ζαντκίν, Οσίπ — (Ossip Zadkine, Σμολένσκ 1890 – 1967). Ρώσος γλύπτης. Εγκαταστάθηκε στο Παρίσι το 1909, έπειτα από διαμονή τριών χρόνων στην Αγγλία. Υπήρξε θαυμαστής και μελετητής των έργων του Ροντέν. Το 1921, παρακινούμενος από τη νεωτεριστική ποιητική του… …   Dictionary of Greek

  • Κίεβο — (Kiev Kyyiv). Πόλη (2.602.000 κάτ. το 2001) και πρωτεύουσα της Ουκρανίας. Είναι χτισμένη σε ένα επίπεδο ύψωμα στη δεξιά όχθη του Δνείπερου, στο όριο ανάμεσα στη δασική ζώνη και στη στέπα. Παραδοσιακή γεωργική αγορά καθώς και αγορά γουναρικών και… …   Dictionary of Greek

  • Κοζλόφ, Πιοτρ Κουζμίτς — (Pyotr Kuzmich Kozlov, Σμολένσκ 1863 – Λένινγκραντ [σημερινή Αγία Πετρούπολη] 1935). Ρώσος εξερευνητής. Συμμετείχε σε πολλές αποστολές της χώρας του. Το 1899 1901 οδήγησε μια αποστολή στον άνω ρου των ποταμών Χουανχέ, Γιανγκτσέ και Μεκόνγκ, όπου… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»